
DOMa Diaries 05
Χώρος
Ώρα έναρξης
Hashtag
Συνοψη
To DOMa Diaries –η σειρά ημερίδων που στρέφει το φως στη διαδικασία, τη μεθοδολογία και τη δημιουργική αμφιβολία πίσω από την αρχιτεκτονική πράξη– επέστρεψε στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη για την πέμπτη εκδοχή του, προσκαλώντας οκτώ εγχώρια γραφεία να μας παρουσιάσουν από ένα έργο τους που δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί.
3H architects. Το σπίτι του αρχιτέκτονα
FLUX office. Πωλητήριο Ακρόπολης
Micromega Architecture & Strategies. Cāvea Naxia _ σχεδιάζοντας δύο κατοικίες στη Νάξο
SOUTH architecture. Αγροικία ΙΙΙ, Λιβάδια Χίου
Άγις Μουρελάτος. Κτήριο γραφείων Ε55
Μπούκη Μπαμπάλου / Αντώνης Νουκάκης. Ανάπλαση Άξονα Αχειροποίητου-Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης
Ρένα Σακελλαρίδου. Κατοικία στη Σίφνο
Οι αρχιτέκτονες της Φάλαινας. Hotel Pluriversalis
Η αρχή έγινε από το γραφείο 3H architects και την παρουσίαση του έργου «Το σπίτι του αρχιτέκτονα». Όπως μάλλον καθιστά σαφές ο τίτλος του, το έργο αφορά τον σχεδιασμό μιας κατοικίας για έναν αρχιτέκτονα και δη το ένα μέλος από τους ιδρυτές των 3H Architects. Ήδη η λεπτομέρεια αυτή προσέδωσε μια ενδιαφέρουσα τροπή στην παρουσίαση, καθώς έθεσε μια σειρά γοητευτικών διλημμάτων και ερωτημάτων γύρω από το πώς προσεγγίζεται η αρχιτεκτονική επίλυση όταν ο σχεδιαστής και χρήστης του χώρου είναι το ίδιο πρόσωπο. Τι σημαίνει αυτό το κενό που ανοίγεται από την απουσία του πελάτη; Η κατοικία που θα προκύψει τελικώς είναι δική σου ή ανήκει στην τέχνη σου και άρα στο αρχιτεκτονικό corpus; Όταν η διαδικασία αφορά κάτι προσωπικό, χαρίζεται επιτέλους ένας πολυπόθητος χώρος για πειραματισμό, ο οποίος συνήθως δεν ευδοκιμεί στις συνεργασίες με τρίτους, μπορεί όμως ταυτόχρονα να οδηγήσει σε μια διαρκή αμφισβήτηση, καθώς απουσιάζει το «εξωτερικό» όριο, που θέτει φραγμούς, προθεσμίες και αντικειμενικές πραγματικότητες. Η Ιωάννα Χολέβα και ο Νικήτας Χατζημιχάλης χάρισαν μια ιδανική έναρξη στην ημερίδα, καθώς οι συλλογισμοί τους ήταν απολύτως εναρμονισμένοι με τον κεντρικό προβληματισμό του DOMa Diaries και την επικέντρωση στον μετεωρισμό της σκέψης πριν την αποκρυστάλλωση του τελικού αποτελέσματος.
Στη συνέχεια, η Ρένα Σακελλαρίδου μας ξενάγησε στο έργο «Κατοικία στη Σίφνο», θίγοντας ένα άλλο ζωτικό πεδίο στη διάρκεια του σχεδιασμού, αυτό της σύμπνοιας των οραμάτων μεταξύ αρχιτέκτονα και πελάτη. Η τοποθεσία του έργου καλούσε τους πελάτες στην αναζήτηση ενός παραδοσιακού ίχνους, που θα έβρισκε τη θέση του στο υπάρχον λεξιλόγιο του νησιού και στο ευρύτερο αιγαιοπελαγίτικο ιδίωμα. Από την πλευρά των αρχιτεκτόνων, υπήρχε έκδηλη η ανάγκη να ακολουθηθούν ορισμένες συνθετικές αρχές και μια αρχιτεκτονική τάξη, σαφώς διαχωρισμένων από τη (φαινομενική) τυχαιότητα που ορίζει τη διάρθρωση των όγκων στο κυκλαδίτικο μοντέλο (η περίφημη πλέον «καθικιά», η οποία έχει πλέον κατακτήσει μια περίοπτη βιβλιογραφία στην οικονομία του παραθερισμού). Αυτή η παραγωγική ένταση ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις έδωσε τελικώς μια λύση, η οποία παράλληλα αξιοποίησε την απρόσμενη γεωμετρικότητα του τοπίου και την αμεσότητα του έργου με τη θάλασσα: η κατοικία και οι δύο ξενώνες διατηρούν την αίσθηση ενός κυκλαδίτικου ensemble, όμως εδώ το τυχαίο είναι αυστηρά μελετημένο, με την παρατακτικότητα των όγκων να προκύπτει από μια προσεκτική αφαίρεση μέσα από μια αρχική πύκνωση.
Με την επόμενη εισήγηση, παραμείναμε στο νησιωτικό πλαίσιο, για να γνωρίσουμε την «Αγροικία Αρ. 3» στη Χίο από το αρχιτεκτονικό γραφείο SOUTH Architecture. Ο Χρυσόστομος Θεοδωρόπουλος και η Ελένη Λιβάνη μας παρουσίασαν την τρίτη περίπτωση από μια συστοιχία κατοικιών που έχουν σχεδιάσει στο ελλαδικό τοπίο, η οποία σταχυολογεί τους συλλογισμούς τους γύρω από το πώς κατοικούμε πλέον την ελληνική επαρχία όταν δεν αποτελεί τον πρωτεύοντα τόπο κατοικίας μας. Η «Αγροικία στη Χίο» φιλοξενεί μια παράδοξη αλλά παραγωγική ιδιαιτερότητα: η κύρια θέα της είναι εσωστρεφής, «αρνούμενη» ουσιαστικά τη φυγή προς τη θάλασσα. Αντιθέτως, προσκαλεί το βλέμμα της στο ανθρωπογενές αποτέλεσμα –μια διαβάθμιση ανάμεσα στο εσωτερικό, το ημιυπαίθριο και το υπαίθριο– το οποίο όμως είναι απολύτως προσανατολισμένο «οντολογικά» στο φυσικό τοπίο. Παράλληλα, ο απλός σχεδιασμός προσκαλεί τη δυνατότητα εφήμερων και απροσδόκητων χρήσεων, οι οποίες απαιτούν ελάχιστες υποδομές για να εκφραστούν. Με την Αγροικία τους, οι South Architecture απάντησαν οι ίδιοι στο αρχικό τους ερώτημα, δείχνοντας πώς ένας τρόπος να κατοικήσουμε ξανά την επαρχία είναι να ανακαλύψουμε τον αποκρυσταλλωμένο τρόπο κατοίκησης που ενυπάρχει εκεί και να του προσδώσουμε μια δημιουργική τροπή, η οποία θα του χαρίσει επιπλέον βάθος και ένα ουσιαστικό παιχνίδισμα με τον χρόνο.
Πριν επιστρέψουμε στο αθηναϊκό τοπίο, επισκεφθήκαμε τη Νάξο, για να περιηγηθούμε στην περίπτωση του “Cavea Naxia” από τους αρχιτέκτονες Micromega Architecture & Strategies. Φιλοξενημένο στη δυτική ακτή του νησιού, σε ένα τοπίο το οποίο διατηρεί την ιδιαιτερότητα του έναντι του αρχετυπικού κυκλαδίτικου τοπίου (η περιορισμένη διάδοση της ξερολιθιάς, για παράδειγμα), το έργο αφουγκράστηκε την περιρρέουσα βλάστηση του τοπίου και, κυρίως, συντονίστηκε απολύτως με την ενδημική υλικότητα, αυτή της ναξιώτικης πέτρας. Οι δύο κατοικίες του έργου εμφανίζονται σαν να αναδύονται από το βραχώδες τοπίο –σαν αξιοπερίεργα ευρήματα μιας αρχαιολογικής ανασκαφής– ενώ η διατήρηση κάποιων βράχων μέσα στα εσωτερικά αίθρια προσέδωσε μία γλυπτική, σχεδόν επιτελεστική διάσταση στο εγχείρημα. Το “Cavea Naxia” έδειξε με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο το πώς η εμπλοκή και η εμβύθιση τελικά στο πρωτογενές τοπίο μπορεί να εξασφαλίσει μια αυθεντική εντοπιότητα στο τελικό αποτέλεσμα και να παρακάμψει έτσι τις προβληματικές του αλλότρια εισαγόμενου μοντέλου.
Η Εύα Μανιδάκη και ο Θανάσης Δεμίρης των FLUX Office μας επανέφεραν στο αστικό τοπίο και μάλιστα στο πιο εμβληματικό σημείο του αθηναϊκού κέντρου. Σχεδιάζοντας το πωλητήριο της Ακρόπολης, οι δύο αρχιτέκτονες είχαν να διαπραγματευτούν αφενός το πώς διαχειρίζονται ένα έργο που εντάσσεται στον άμεσο περίβολο του μνημείου διατηρώντας όμως τη χωρική του ανεξαρτησία, αφετέρου το κατά πόσο ο σχεδιασμός ενός πωλητηρίου μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από τη λειτουργία του, τουτέστιν ως μια καθαρή αρχιτεκτονική πράξη. Τα παραπάνω επιτεύχθηκαν με την αρχική άμβλυνση της δομής και την εναλλαγή ανάμεσα σε πλήρη και διάφανα στοιχεία, μια χειρονομία που εξασφάλισε ότι το έργο θα ενταχθεί στον περιβάλλοντα χώρο του Λόφου Φιλοπάππου ως συνέχειά του. Η έμφαση στη δειγματοληψία των υλικών και των υφών –εκεί που επιτελείται και κρίνεται ουσιαστικά ο αυθεντικός διάλογος του έργου με το πλαίσιό του, μακριά από την επίφαση της «εύκολης» συνομιλίας με το περιβάλλον- οδήγησε σε ένα διακριτικό αλλά και ταυτόχρονα στιβαρό αποτέλεσμα: η ελαφρότητα της κατασκευής του περιπτέρου το εντάσσει ήσυχα στον αθηναϊκό λόφο (μην ξεχνάμε ότι και ο Λόφος Φιλοπάππου αποτελεί επίσης εμβληματικό τοπόσημο της πόλης, άρα διπλή η πρόκληση για τους αρχιτέκτονες), παράλληλα διατηρεί την αυθυπαρξία του ως στέρεη χωρική δήλωση.
Η συνέχεια άνηκε στην Ίριδα και Λήδα Λυκουριώτη από το γραφείο οι αρχιτέκτονες της Φάλαινας, οι οποίες σκιαγράφησαν με αδρές γραμμές το έργο «Hotel Pluriversalis», ήτοι την ανακαίνιση ενός ξενοδοχείου 2 αστέρων στη Σκύρο. Εάν όλα τα έργα της σημερινής παρουσίασης μας απευθύνονταν από το εύπλαστο στάδιο της διαδικασίας, από αυτό το «εν τω γεννάσθαι» που χαρακτηρίζει την αρχιτεκτονική πράξη, οι Αρχιτέκτονες της Φάλαινας τέντωσαν αυτόν τον προβληματισμό στα εννοιολογικά του όρια, μιλώντας μας για ένα έργο που υπάρχει αυτή τη στιγμή μόνο στη σφαίρα της σύλληψης, χωρίς κάποιο ορατό τεκμήριο σχεδιασμού. Με αφετηρία τους την έννοια του «ενδιαιτήματος» (habitat) όπως προσδιορίστηκε και εξετάστηκε κατά το CIAM 9, οι αρχιτέκτονες προσέγγισαν αυτό το περιφερειακό ξενοδοχείο με τα ελάχιστα και απεκδυόμενες από την όποια «εννοιολογική» υπεροπλία. Η στόχευσή τους είναι καίρια και κρίσιμη, αποτελώντας ένα σχόλιο πάνω στη «καυτή» οικονομία του παραθερισμού: η λειτουργία του ξενοδοχείου θα πρέπει να εμπλακεί προγραμματικά με τις άλλες δραστηριότητες των πελατών (κτηνοτροφικές, γεωργικές, αλιευτικές), χωρίς να συμπαρασύρει όμως την οικογένεια στην αποκλειστική ενασχόληση με τις ξενοδοχειακές υπηρεσίες. Επιπλέον, η ήπια χρηματοδότηση του έργου θα επιτρέψει στον σχεδιασμό να προχωρήσει κυριολεκτικά βήμα-βήμα, αφενός δίνοντας τη δυνατότητα στις αρχιτέκτονες να αντιδράσουν ευέλικτα στις όποιες απροσδόκητες αλλαγές και αφετέρου θα προσδώσει μια πολύτιμη βραδύτητα στο βίωμα του σχεδιασμού, καθώς το έργο δεν πρέπει να ολοκληρωθεί ασθμαίνοντας για να προλάβει την όψιμη τουριστική περίοδο.
Σε μια ακόμα επαναφορά στο αθηναϊκό τοπίο, ο Άγις Μουρελάτος μας ξενάγησε στο έργο «Κτήριο Γραφείων Ε55». Ενταγμένο σε μια πυκνή αστική περιοχή, στους Αμπελόκηπους, το έργο προϋποθέτει την προσθήκη κτηρίου καθ’ ύψος σε μια μεταπολεμική κατοικία. Ελλείψει ζωτικού χώρου λόγω της έντασης της δόμησης, το κτήριο –με μια χειρονομία καθαρής γεωμετρίας– υψώνεται «χωνευτά» στον χώρο που του απομένει ανάμεσα στα παρακείμενα κτήρια μέσα από την ανέγερση ενός μεταλλικού σκελετού. Το κέλυφος από μέταλλο και γυαλί προσδίδει μια αδιόρατη παρουσία στο κτήριο εν μέσω μιας συνεχούς άκαμπτης πρόσοψης από μπετόν, ενώ η ακρίβεια στις γραμμές του σχεδιασμού φέρνει το «Κτήριο E55» περασιά με την κορυφογραμμή των διπλανών κτηρίων, εντάσσοντας έτσι τον εαυτό του εντός του πολυσχιδούς αθηναϊκού τοπίου.
Η εναλλαγή περιπτώσεων μελέτης συνεχίστηκε και με την τελευταία παρουσίαση, όπου περάσαμε στο στάδιο του αστικού σχεδιασμού με το έργο «Ανάπλαση Άξονα Αχειροποίητου – Αγίας Σοφίας» από τους αρχιτέκτονες Μπούκη Μπαμπάλου και Αντώνη Νουκάκη. Πρόκειται για μια αστική ζώνη η οποία προσφάτως εισήλθε στον δημόσιο διάλογο λόγω της αναβάθμισης της περιοχής από τη λειτουργία των κοντινών σταθμών του μετρό. Οι αρχιτέκτονες διατύπωσαν μια πρόταση για τη δημιουργία ενός περιπάτου από το Πειραματικό Σχολείο του Δ. Πικιώνη μέχρι τη θάλασσα, μια διαδρομή που θα ανέπτυσσε γλαφυρό διάλογο με τα επίπεδα της πόλης καθώς θα διέρχεται από αυτά, λίγο πριν καταλήξει στη σύνοψή της στον κόλπο του Θερμαϊκού. Η ανάπλαση έτσι ακούμπησε πάνω στους τρεις εμβληματικούς –χωρικά– ναούς που απαντώνται στον άξονα της διαδρομής και πρότεινε την άρθρωση τριών πράσινων χώρων πλησίον τους, έτσι ώστε ο υπαίθριος δημόσιος χώρος να εκβάλλει πιο σθεναρά στον αστικό ιστό και να διεκδικήσει τρόπον τινά τη χρήση του από τους πολίτες. Η περίπτωση της ανάπλασης Μπαμπάλου-Νουκάκη είναι χαρακτηριστική ενός σχεδιαστικού ήθους που καθοδηγεί την παρέμβαση στο DNA μιας πόλης μέσα από τη συμφιλίωση με τις εγγενείς δυναμικές της και χωρίς την υιοθέτηση κάθετων επιλύσεων που διαταράσσουν τη φυσιογνωμία της πόλης και τη συναισθητική θερμοκρασία των δημόσιων χώρων της.
χρυσός χορηγός

αργυρος χορηγος

χορηγοι





