In memory

DIMITRIS FATOUROS (1928-2020)

Δ. Α. Φατούρος (1928 - 2020)*. Αναστάσιος Μ. Κωτσιόπουλος

Έφυγε πρόσφατα από τη ζωή ο αρχιτέκτονας, εικαστικός, ποιητής και συγγραφέας Δημήτρης Α. Φατούρος. Ο Φατούρος δίδαξε ως καθηγητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΑΠΘ και διετέλεσε, μεταξύ άλλων, Πρύτανις του ΑΠΘ και Υπουργός Παιδείας. Επηρέασε καθοριστικά την πορεία της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής διδασκαλίας και πράξης, με τη διαρκή παρουσία του στην πολιτισμική και πολιτική ζωή της χώρας μας αλλά και, κυρίως, με το θεωρητικό, διδακτικό και υλοποιημένο αρχιτεκτονικό του έργο, ενώ έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε πολλές πρωτοβουλίες για την τέχνη και την αρχιτεκτονική, όπως μεταξύ άλλων το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, του οποίου υπήρξε ενεργό μέλος.

Ο Φατούρος, από το 1959, οπότε και εξελέγη καθηγητής στη νέα τότε Αρχιτεκτονική Σχολή της Θεσσαλονίκης, ενσωματώθηκε γρήγορα στην κοινωνία και την πολιτιστική ζωή της πόλης και την επηρέασε σημαντικά, παρά τη νοσταλγία του, αλλά και τη διαρκή σχέση του με το «κλεινόν άστυ». Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο Φατούρος , μαζί με τους αξέχαστους συναδέλφους του καθηγητές της πρώτης γενιάς της Σχολής, αλλά και μαζί με μια πλειάδα νέων επιμελητών, «υποκίνησε» τη θεωρητική σκέψη στους μαθητές του, όπως επίσης και την επαφή τους, έστω και έμμεση, με τα ριζοσπαστικά αρχιτεκτονικά κινήματα της εποχής. Έθεσαν έτσι, δάσκαλοι και μαθητές,τα θεμέλια για δύο από τα πλέον αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της Σχολής της Θεσσαλονίκης: τη στροφή και προς τα εκτός Ελλάδος συμβαίνοντα και την ανάπτυξη και διδασκαλία του θεωρητικού ερμηνευτικού λόγου περί χώρου και αρχιτεκτονικής.

Πέρα από το εικαστικό και ποιητικό του έργο και πέρα από τα αρχιτεκτονικά έργα που μελέτησε, εμείς οι μαθητές του θα θυμόμαστε τον Φατούρο ως ευφυή άνθρωπο, ως βαθύ γνώστη των μηχανισμών της αρχιτεκτονικής σύνθεσης και ως ιδιότυπο καταγραφέα τους. Στα βιβλία και άρθρα του για τη θεωρία του χώρου και της αρχιτεκτονικής, ο αναγνώστης ανακαλύπτει θεμελιώδεις και πρωτότυπες έννοιες και επιχειρήματα, γραμμένα με μιαν αξιοζήλευτη αμεσότητα. Όλοι όσοι επιχειρούσαμε τότε, ως μαθητευόμενοι μάγοι, να διεισδύσουμε στα άδυτα των διαδικασιών του ερμηνεύειν και συνθέτειν τον ανθρωπογενή χώρο, διαπιστώναμε με ευχάριστη έκπληξη ότι μας είχε προλάβει, απλοποιώντας και επεξηγώντας τους όρους και τα επιχειρήματα σε ένα δύσκολο επιστημολογικά  πεδίο, όπως η αρχιτεκτονική. Αυτή η έκπληξη συνοδευόταν από τη διάγνωση στο πρόσωπο του Φατούρου ενός εκ γενετής θεμελιωμένου και πολιτικοποιημένου κοσμοπολιτισμού. Ακούγοντάς τον, καταλαβαίναμε ότι κάτι συμβαίνει στον κόσμο, αρκετά πέρα από τις άμεσες εμπειρίες μας.

Ο Φατούρος στην πραγματικότητα δεν συνταξιοδοτήθηκε ποτέ, ούτε από τη Σχολή της Θεσσαλονίκης ούτε από τα συλλογικά σχήματα των αρχιτεκτόνων. Όλοι τον θυμούνται όχι μόνο να συμμετέχει ανελλιπώς, μέχρι πρόσφατα, στα συνέδρια, στις εκθέσεις, στα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα, αλλά και να εκθέτει το προσωπικό αρχιτεκτονικό και εικαστικό του έργο. Μας δίδαξε, εν τέλει και προ πάντων, πόσο σημαντικό, παρήγορο και αισιόδοξο είναι να είναι κάποιος homo universalis μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο Φατούρος αφήνει πίσω του ένα σημαντικό έργο και μιαν ανεπανάληπτη παρουσία στα αρχιτεκτονικά πράγματα της χώρας μας, αλλά και γενικότερα στον πολιτισμό της, τα τελευταία 60 χρόνια. Όλα αυτά δεν θα ξεχαστούν εύκολα.

12 Νοεμβρίου 2020

Αναστ. Μ. Κωτσιόπουλος

*Μια πιο συνεπτυγμένη μορφή αυτού του κειμένου αναρτήθηκε στο αρχιτεκτονικό διαδικτυακό περιοδικό Archetype  (www.archetytype.gr) στις 8 Νοεμβρίου 2020
 

Ένας σπάνιος άνθρωπος. Ηλίας Κωνσταντόπουλος

8 Νοεμβρίου 2020, ημέρα Κυριακή, ένας σπάνιος άνθρωπος έφυγε από τη ζωή.

Πώς αλλιώς να μιλήσεις για τον ανεξάντλητο Μίμη Φατούρο, πώς να περιγράψεις τον άνθρωπο και το έργο του μέσα σε λίγες γραμμές; Πώς να δείξεις τη σημασία και την αξία της προσωπικότητάς του, μένοντας στην ουσία της σκέψης του, όταν αυτός ο ίδιος μας υπενθύμιζε σταθερά την πολυπλοκότητα, την πολυ-παραγοντικότητα και την πολυ-αισθητηριακότητα της Αρχιτεκτονικής; Όπου Αρχιτεκτονική σήμαινε ένα κόσμο ολόκληρο, μια στάση ζωής, υπαρξιακή, ανθρώπινη συνθήκη, που συνέδεε τον άνθρωπο με τις Λέξεις και τα Πράγματα.

Η αναγνώριση της σωματικής μας υπόστασης αποτελούσε την πεμπτουσία της αρχιτεκτονικής πράξης και της σκέψης του Φατούρου. Η σωματικότητα ήταν η πηγή της αισθητηριακής και ψυχικής διέγερσης του ανθρώπου, η κινητήρια δύναμη κάθε έμπνευσης και νοητικής διεργασίας που νοηματοδοτούσε την Αρχιτεκτονική. Τα κείμενά του, από τη Συνείδηση της Αρχιτεκτονικής Δημιουργίας μέχρι την Επιμονή της Αρχιτεκτονικής και τα Μαθήματα συστηματικής θεωρίας της αρχιτεκτονικής, αποτελούν μεθοδικές ιχνηλατήσεις για το Συντακτικό του Χώρου, για το Όριον, τα Ίχνη Μετάβασης και το Ίχνος του Χρόνου. Η Αρχιτεκτονική αφορά τα τεχνήματα στον χώρο, τον συνολικά βιωμένο με όλες τις αισθήσεις, ορατό και απτό, πεδίο επιτέλεσης της ανθρώπινης δραστηριότητας και της σχέσης μας με τον άλλο.
Κάθε απλή ή σύνθετη στιγμή της καθημερινότητας που συλλάμβανε το βλέμμα κι ο νους του -μια ηλιαχτίδα ή μια ευεργετική σκιά, μια χειρονομία, μια όμορφη παρουσία, η πολιτική και κοινωνική δράση- αποτελούσε ευκαιρία να αναπτύξει ένα στοχαστικό ερώτημα, με τη χαρακτηριστική απορία: “Μα αυτό δεν είναι Αρχιτεκτονική;”

Με τα χρόνια, το ενδιαφέρον του για την αδιαχώριστη σχέση της Αρχιτεκτονικής με κάθε έκφανση της ζωής επιβεβαιωνόταν σε όλες τις κλίμακες διαβίωσης και διαμόρφωσης συνθηκών κατοίκησης του χώρου, μέσα σε ένα διαμέρισμα και κάτω από μια πέργκολα, στην πόλη και την ύπαιθρο, από έναν οικισμό μέχρι τις μητροπολιτικές μεγαλουπόλεις. 

Η δίψα και η χαρά για τη ζωή, που τόσο τον χαρακτήριζαν, συνυπήρχαν με την έγνοια για το μέλλον του ανθρώπου, για τη σύγχρονη τεχνολογική μας μετάλλαξη, και την αναζήτηση των αρχών εκείνων που διαμορφώνουν βιώσιμες ανθρώπινες κοινότητες. Δεν παραδιδόταν στη θαυμαστή μα και τρομερή εξέλιξη της τεχνολογίας, φοβούμενος την αλλοτρίωση του ανθρώπου, αλλά και δεν την απέρριπτε, με μύχια περιέργεια κριτικά την ατένιζε, πασχίζοντας να βρει νέους τρόπους να μιλήσει για τις άγνωστες ακόμα δυνατότητες αυτών που επέρχονται. 
Βαθιά ριζωμένη ήταν η πεποίθησή του για την αποφυγή απλοϊκών σχηματοποιήσεων, από τις οποίες διέφευγε η εγγενής πολλαπλότητα του κόσμου. Όντας σε συνεχή εγρήγορση, στοχαζόταν με όπλο τη γραφή, όσο και με το σχέδιο, διεξάγοντας τη δική του Έρευνα στο Μεταίχμιο και αναζητώντας την Εικαστική Δίοδο, μέσα από συνθέσεις ενός ώριμου χεριού, διερευνήσεις ενός νεανικού μυαλού.

Πολυάριθμα και πολυσχιδή είναι τα έργα, ιδιωτικά και δημόσια, όπως η Εθνική Πινακοθήκη και το  κλειστό κολυμβητήριο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, του Δημήτρη Φατούρου, τα επιτεύγματα και οι διακρίσεις που γεμίζουν τις σελίδες του βιογραφικού του. Αρχιτέκτων, ζωγράφος, συγγραφέας και ποιητής, περπάτησε σε όλα τα μονοπάτια που ανοίγει η Αρχιτεκτονική. Εκπαιδευτής με βαθιά κοινωνική και πολιτική συνείδηση, καθηγητής, πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπουργός Παιδείας, ενεργός στοχαστής και παιδαγωγός με απίστευτη ζωτικότητα και διαύγεια.

Διασταυρωθήκαμε συχνά σε κοινές πνευματικές αναζητήσεις στη διάρκεια σαράντα χρόνων. Ακάματος συζητητής ο ίδιος, πάντοτε σε ισότιμη βάση -εξ ου και προς όλους ήταν ‘ο Μίμης’, παρά τους θώκους που κατείχε-, αποτελούσε ένα σταθερό σημείο αναφοράς, μια αστείρευτη πηγή. Ήταν ανεπανάληπτος μέντορας αλλά και φίλος, δεύτερος πατέρας κι αδελφός, τολμώ να πω. Η δημιουργική διάθεση και η δίψα για αναζήτηση της γνώσης αποτελούσαν συνεχείς ζωογόνες δυνάμεις, χωρίς να  εφησυχάζει ποτέ η γόνιμη σκέψη του, που ήταν πάντοτε ανοιχτή σε νέες ιδέες.  Ήταν άλλωστε και πάντα γενναιόδωρος προς τους νέους.

Ο Μίμης Φατούρος ήταν ένας ανθρωπιστής της εποχής μας. Θα μας λείψει η ζωτικότητα της δημόσιας παρουσίας του, η νηφαλιότητα του λόγου, η ενεργή στοχαστικότητα και η αγωνιώδης επίκληση για την Ποιητική της Αρχιτεκτονικής. Όμως, πιο πολύ, θα μας λείψει ο ίδιος. Θα μας λείψει η παρέα του και οι συζητήσεις μας, η ανταλλαγή σκέψεων για ό,τι επίκαιρο, πρόσκαιρο κι αιώνιο διαδραματίζεται γύρω μας. Θα μας λείψει η λεπτή αίσθηση του χιούμορ που τον διέκρινε, συνοδεύοντας και τις πιο βαθυστόχαστες στιγμές, και η πνευματική ανάταξη, η χαρά της ανακάλυψης σε κάθε μικρό βήμα κατανόησης του κόσμου γύρω μας, που χάριζε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του. 

Για την άξια σύντροφό του, τη Λίτσα Τρέσσου, και για όσους τον αγάπησαν, έμαθαν από αυτόν και συν-διαμορφώθηκαν μαζί του, φίλους, φοιτητές και συνεργάτες, ο Μίμης είναι παρών, είναι μαζί μας. Στοιχειώνει ακόμα τις σκέψεις μας, ιδιαίτερα τις στιγμές εκείνες που πιστεύουμε ότι ανακαλύψαμε κάτι το σημαντικό και θέλουμε να το μοιραστούμε μαζί του. Στη διαδρομή του μας άγγιξε, αφήνοντας ανεξίτηλα τα ίχνη της παρουσίας του μέσα μας, μαζί και την κοινή επιθυμία να δούμε τον κόσμο με αξιοπρέπεια, αγάπη και ευθύνη.

Έτσι, όπως μας χαιρετούσε κι ο ίδιος στα γράμματα του, αρμόζει να πούμε ‘Χαίρε Μίμη’, σ’ ένα σπάνιο άνθρωπο.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2020

Αποχαιρετίσαμε τον δάσκαλο, τον φίλο Μίμη Φατούρο. Μαίρη Ανανιάδου-Τζημοπούλου

Άνοιξε στο ΑΠΘ και όλη την Ελλάδα 
την πόρτα της Αρχιτεκτονικής, 
παράθυρο στο Τοπίο, 
πρυτάνευσε στην ακαδημαϊκή μας ζωή, 
στην πολιτική της παιδείας στη χώρα και, 
έτσι όπως έζησε, σκαπανέας σε μια ήρεμη, δυναμική πρωτοπορία, 
έτσι θαρρείς και αποσύρθηκε σε νέα σχεδιάσματα.

Για όλους εμάς, 
μαθητές και συνεργάτες, 
συνάδελφους και φίλους, 
αρχιτέκτονες και αρχιτέκτονες τοπίου, 
δεν έφυγε. 
Θα είναι σαν πάντα εδώ.

Με το ελάχιστο από τον φόρο τιμής που του χρωστάμε, 

 

9 Νοεμβρίου 2020
Μαίρη Ανανιάδου-Τζημοπούλου

Στήν Κορυφή. Aθανάσιος Σπανομαρίδης

Για τον Δημήτρη Φατούρο

8 Νοεμβρίου 2020

Aθανάσιος Σπανομαρίδης

low res

Ο Φατούρος ή ο Μίμης. Βασίλης Γιαννάκης

Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου
Ψαλμοί,  142:5

Οι ώρες που περνάγαμε καθισμένοι στο σχεδιαστήριο, αναλύοντας τα δεδομένα του προγράμματος ενός νέου έργου και αναπτύσσοντας με λόγια και με σκίτσα τις συνθετικές-αρχιτεκτονικές μας ιδέες για τη μορφή και την οργάνωση που θα δίναμε στο έργο, υπήρξαν από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής μου. Περίμενα πώς και πότε θα έρχονταν αυτές οι στιγμές συνεργασίας, γιατί αυτές δεν ήσαν στιγμές επαγγελματικής απασχόλησης.  Ήσαν στιγμές μυσταγωγίας και αρχιτεκτονικής μέθεξης, στιγμές εξαγνισμού και ψυχικής κάθαρσης.

Τον Δημήτρη Φατούρο, τον Μίμη, τον γνώρισα στο μεγάλο γωνιακό σαλόνι του σπιτιού του Πικιώνη, το οποίο ο Πικιώνης είχε μετατρέψει σε Σχεδιαστήριο. Ο Πικιώνης έμενε στον πάνω όροφο του διώροφου κτηρίου επί των οδών Βιζυηνού και Μαρκορά, στη συνοικία Κυπριάδου. Διαγωνίως απέναντι, Μαρκορά 32, ήταν το σπίτι όπου μεγάλωσα εγώ. Ο Τάσος ο Πικιώνης, τέταρτο τέκνο του Δημήτρη και της Αλεξάνδρας, ήταν συμμαθητής μου. Τα πρώτα μαθήματα Αγγλικών ο Τάσος και γώ τα πήραμε από τον Πικιώνη. Σε αυτό το γωνιακό Σχεδιαστήριο του Πικιώνη αναμιμνήσκομαι τον νεαρό Βασίλη να κάθεται σε μια γωνιά και να παρακολουθεί τις συζητήσεις των μεγάλων, του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, του Γιάννη Τσαρούχη, του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, του  Κλάους Φρισλάντερ, του Σπύρου Παπαλουκά, του Στρατή Δούκα, του Τάκη Παπατζώνη [Παπατσώνη], της Φρόσως Μενεγάκη και άλλων, και, βέβαια, του Δημήτρη Πικιώνη. Είχε προηγηθεί η εποχή που έβγαινε το 'Τρίτο Μάτι', είχε επέλθει και η Κατοχή και σίγουρα είχαν μείνει πολλά να λένε. Καμιά φορά με βάζανε και έψελνα και αυτό με έδενε περισσότερο με αυτόν τον χώρο.

Εκεί, λοιπόν, σ' αυτόν τον σημαντικό και περιούσιο χώρο, την κιβωτό και τη μήτρα της θεωρίας και της πράξης των τεχνών, επέπρωτο να συνδεθούμε με τον Μίμη. Λες και είχε έλθει το πλήρωμα του χρόνου που θα γνώριζα τον άνθρωπο που θα  σημάδευε την πορεία της ζωής μου και θα καθόριζε τα σημεία αναφοράς, τα repères, της παρουσίας μου ως αρχιτέκτονα και  σκεπτόμενου ανθρώπου. Γιατί ο Φατούρος δεν στάθηκε μόνο φίλος και συνεργάτης.  Ήταν μυσταγωγός και γητευτής, διανοούμενος και στοχαστής, παιδαγωγός και κηδεμόνας.

Ο Φατούρος ήταν γενναιόδωρος. Σου μεταλαμπάδευε απλόχερα τις προσωπικές του εμπειρίες, σε έσπρωχνε, σε ήθελε τέλειο πλάι του, ίσως πιο τέλειο και από τον ίδιο, σε ήθελε μπροστάρη.

Το 1955, λοιπόν, όταν τέλειωνα το 4ο έτος των σπουδών μου, μέσα σε εκείνο τον μαγικό χώρο του Σχεδιαστηρίου του Πικιώνη, ο Φατούρος μου ζήτησε να τον βοηθήσω σε κάποιο θέμα που δούλευε εκείνη την εποχή, πράγμα που το δέχτηκα με χαρά και το θεώρησα μεγάλη τιμή για μένα.  

Ο Μίμης τότε έμενε στην γωνία Μηθύμνης και Σταυροπούλου, στην Πλατεία Αμερικής, σε ένα παλιό σπίτι, νεοκλασικό. Εκεί, στην αυλή, υπήρχε ένα ‘κοτέτσι’ ας πούμε, που ο Μίμης το είχε μετατρέψει σε Σχεδιαστήριο και Εργαστήριο ζωγραφικής, όπου στους τοίχους είχε κρεμασμένους πολλούς δικούς του πίνακες. Εκεί δουλεύαμε με τον Μίμη. Προς το τέλος του πρώτου έτους, αφού είχα πάρει το Δίπλωμα του αρχιτέκτονα, μου ανέθεσαν τη μελέτη για ένα σπίτι στο Μαρκόπουλο Αττικής, απ’ όπου καταγόταν ο πατέρας μου, την κατοικία  του γιού του δημάρχου του Μαρκόπουλου. Του πρότεινα να το μελετήσουμε μαζί. Η μελέτη αυτή ήταν και η απαρχή της συνεργασίας μας. Το έργο αυτό κατασκευάστηκε με βάση τη δικιά μας μελέτη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ζυγός ('Κατοικία στην Αττική', Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1958 ). Ο Φατούρος το θεωρούσε -και ακόμη δεν έχω καταλάβει πλήρως γιατί- ένα πρώιμο μεταμοντέρνο έργο που έχει μεγάλη σημασία για τη σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική. Το ιδιαίτερο που έχει αυτό το σπίτι είναι ότι την είσοδο την είχαμε σχεδιάσει να λειτουργεί όπως το δεσποτικό μιας εκκλησίας: Σκαλιά ανόδου, κουβούκλιο, θρόνος και διάφορα διακοσμητικά στοιχεία. Κάπως έτσι είχαμε φανταστεί και την είσοδο του σπιτιού αυτού:  Τα σκαλιά οδηγούσαν στην είσοδο-θρόνο της κατοικίας-εστίας και οι λεπτοί στύλοι στήριζαν το στέγαστρο-κουβούκλιο που προστάτευε και κάλυπτε τον εισερχόμενο. Στους λεπτούς στύλους  είχαν κατασκευαστεί έκγλυφα γεωμετρικά διακοσμητικά στοιχεία, που εκπήγαζαν από την κεντρική ιδέα και έπαιζαν ρόλο υπαινικτικό για τις αρχές πάνω στις οποίες είχε οργανωθεί η κατοικία.  Στην κάτοψη οι χώροι  είχαν διαταχθεί έτσι ώστε να δημιουργείται ένα  ανοικτό και πιο ελεύθερης μορφής αίθριο. Κατά τα άλλα, η εξωτερική μορφή του κτηρίου είχε βασιστεί στη μορφή των κτηρίων που συναντούσε κανείς  ακόμη τότε στα αρβανιτοχώρια της Αττικής. 

Ήταν μεγάλη η επιθυμία του να επεξεργαστούμε περαιτέρω το θέμα αυτό, κάτω από το πρίσμα της εμπειρίας μας από το 'μεταμοντέρνο κίνημα', να το σχολιάσουμε πιο αναλυτικά και να το ξαναδημοσιεύσουμε.

Γύρω στο 1961-62 κάναμε το πρώτο κοινό Γραφείο, ως συνέταιροι πλέον, στην οδό Θαλού 9, στο ισόγειο. Μαζί μας ήταν και ο Γιώργος Ζιώγας που συστεγαζόταν. Ακριβώς στην απέναντι γωνία, Αμαλίας και Θαλού, έμενε τότε, όντας νιόπαντρος, ο Φατούρος. Στην κατοικία αυτή είχαμε μαζευτεί αρκετοί τότε νεαροί αρχιτέκτονες και είχαμε βοηθήσει τον Μίμη να προετοιμάσει το υλικό για την υποβολή της υποψηφιότητας για καθηγητής στη Θεσσαλονίκη, το 1959. Το δεύτερο Γραφείο μας ήταν στην οδό Γαλανού 2 και Λυσικράτους στην Πλάκα. Το Γραφείο καταλάμβανε όλο τον πρώτο όροφο και είχε απεριόριστη θέα προς την Ακρόπολη. Το τρίτο Γραφείο μας ήταν σε ένα αδιέξοδο τμήμα της οδού Σωτήρος, πάλι στην Πλάκα, στην εκκλησία της Αγια-Σωτήρας, δίπλα στο στέκι, την μπουάτ, της Καίτης Χωματά, όπου είχαμε νοικιάσει ένα μαγαζί και μέσα είχαμε κατασκευάσει ένα μεγάλο ξύλινο πατάρι. Στο Γραφείο αυτό αργότερα πήγε και ο Γιάννης ο Κίζης. Το τελευταίο Γραφείο ήταν στον πάνω όροφο ενός διώροφου εκλεκτικιστικού κτηρίου, στην οδό Ναυάρχου Νικοδήμου 9 στην Πλάκα. 

Η πρώτη σημαντική μας συνεργασία έγινε όταν μας ανέθεσαν τη μελέτη της 'Θερινής Κατοικίας στη Βάρκιζα' (Αρχιτεκτονική, αρ. 43, Ιαν.-Φεβρ. 1964 - 'Summer House, Athens', The Architect and Building News, αρ. 6, Φεβρ. 1964 ). Για το κτήριο αυτό και τη σημασία του στη σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική έχουν γραφεί πολύ καλές κριτικές. Δυστυχώς, όμως, η κατοικία κατεδαφίστηκε και στη θέση της κατασκευάστηκε μια πολυκατοικία με το σύστημα της αντιπαροχής. Το κτίσμα που είχε περιορισμένη κάτοψη και μεγάλο περιβάλλοντα χώρο ήταν διώροφο. Τώρα  το κτήριο είναι τετραώροφο, η κάλυψη 70% του οικοπέδου και ο κήπος μικρός. Τη στατική μελέτη  και την επίβλεψη των στατικών εργασιών είχε κάνει ο πολιτικός μηχανικός Λεωνίδας Μόζερ, εξαίρετος άνθρωπος και θερμός φίλος, στον οποίο οφείλω πάρα πολλά για τη σχεδόν πατρική εισαγωγή μου στην ορθή αντίληψη και την κατανόηση των θεμάτων της κατασκευής των έργων.

Η επόμενη σημαντική, από άποψη αρχιτεκτονική, μελέτη ήταν για το 'Γυμνάσιο-Λύκειο Λαγκαδά' (Αρχιτεκτονικά Θέματα , αρ. 2, 1968, και αρ. 7, 1973 ), γιατί από άποψη μεγέθους είχε προηγηθεί το 'Γενικό Νοσοκομείο στη Βέροια' (Αρχιτεκτονικά Θέματα, αρ. 3, 1969 και αρ. 10, 1976 ) που είχε περιπέτειες με την αλλαγή οικοπέδου. Μετά την αλλαγή δεν μας ζητήθηκε να κάνουμε εμείς την προσαρμογή και την τροποποίηση της μελέτης με βάση τα χωροτακτικά και τα τοπογραφικά στοιχεία του νέου οικοπέδου, με αποτέλεσμα να γίνουν αρκετές αστοχίες στην οργάνωση και την εφαρμογή του προγράμματος του έργου. Το Γυμνάσιο-Λύκειο Λαγκαδά, την εποχή που μελετήθηκε, ήταν το μοναδικό σχολείο στην Ελλάδα που είχε οκταγωνικές τάξεις.

Σχετικά με τον τρόπο συνεργασίας μας θέλω να τονίσω ότι ο Μίμης ήταν ένας εξαίρετος συνεργάτης. Ανάμεσά μας υπήρχε μια τέτοια ‘χημεία’, που όταν ο ένας άνοιγε το στόμα του και ξεκίναγε να εκφράσει κάτι, ο άλλος ήξερε τι θα πει και συνέχιζε ακριβώς στο ίδιο πνεύμα. Δεν υπήρξε ποτέ μεταξύ μας διαφωνία και καμία ένταση, όπως ήξερα ότι συνέβαινε σε άλλα Γραφεία. Η σχέση μας ήταν τρομερή και συνάμα τρυφερή.

Η ιδέα και η σύνθεση έρχονταν είτε από  μένα είτε από τον Μίμη και, μάλιστα, είχαμε έτσι πλάσει τη δουλειά μας -και αυτό είναι κάτι που το διατηρούσαμε με μεγάλο κόπο και ευλάβεια- ώστε μέσα στη σπερματική ιδέα να υπάρχει και η μορφή της λεπτομέρειας. Καμιά ιδέα δεν εθεωρείτο ολοκληρωμένη, αν δεν εμπεριείχε τον σπόρο της λεπτομέρειας. Η λεπτομέρεια δεν ήταν κάτι το πρόσθετο. Και πρέπει να το τονίσω, ότι ο Μίμης είχε τη μεγαλοσύνη, όταν μία ιδέα ερχόταν από μένα, όχι μόνο να μην την απορρίπτει, αλλά, αντίθετα, να την προχωράει πιο πέρα, να τη μεγαλώνει και να την εμπλουτίζει.

Βέβαια, είναι περιττό να σημειώσω ότι στη δουλειά επάνω πολλές φορές ο λόγος ερχόταν και στην εν γένει αρχιτεκτονική κατάσταση, τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό, και τότε ήταν που η μυσταγωγία εξελισσόταν σε ολονυκτία. Και δεν ανάβαμε κεριά, το κρασάκι μας, όμως, το πίναμε. Και όταν μας βρίσκανε τα δύσκολα και θόλωνε ο νους μας μνημονεύαμε Δημήτριο Πικιώνη, Σωτήρη Σπαθάρη, Διονύσιο Σολωμό, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Κωνσταντίνο Καβάφη, Βασίλη Τσιτσάνη και Σωτηρία Μπέλλου.

'Η Αρχιτεκτονική του Φατούρου' -και ο Λόγος του θα πρόσθετα εγώ-  'έχει μιαν Ποιητική', μου είχε πει κάποτε η Αγγέλα Γεωργαντά.

Στην Αρχιτεκτονική του ο κάνναβος και ο σκελετός, οι μεγάλες αδρές -brutales- επιφάνειες, οι σχισμές και οι εγκοπές στην επιδερμίδα της, οι διάφορες 'υλικότητες', η ιδιαίτερη αντιμετώπιση του φωτός και του χρώματος, η αναφορά στη σημασία του κενού, η ιδιαίτερη μεταχείριση των αρθρώσεων των χώρων  είναι μερικά από τα στοιχεία που η ευαίσθητη αντιμετώπισή τους συγκροτούν το συντακτικό της Ποιητικής του.

Από την άλλη, ο Λόγος του. Ο Φατούρος κάνει 'αρχιτεκτονική με τα λόγια'. Όλη αυτή η ιερή μανία του για τη σύνθεση νέων προσδιοριστικών συντεταγμένων ανάγνωσης της αρχιτεκτονικής, το πλάσιμο και η εφεύρεση νέων λέξεων, οι παρηχήσεις, οι συνηχήσεις και η άρθρωση των συλλαβών, που τις δούλευε και τις ξαναδούλευε μέχρι να φτάσει στην τελειότητα, αποτελούν  υψηλές λόγιες προσεγγίσεις, δημιουργούν έννοιες ανοικτές στην αντίληψη και στην πολυποίκιλη και πολύπλοκη ανάγνωσή τους, αποδεικνύοντας ακριβώς την πρόθεσή του για τη δημιουργία ενός νέου Λεξιλογίου Αρχιτεκτονικής και φανερώνοντας αναμφίβολα μια στάση ποιητική στη διαδικασία για ένα νέο πλησίασμα και μια νέα ερμηνεία των ανθρώπινων δράσεων μέσα από ένα σύγχρονο Αρχιτεκτονικό Λόγο.  Άλλωστε, ο ίδιος είχε πει σε μια συνέντευξη στη Τζ. Σωτηροπούλου το 2017: 'Οι λέξεις είναι το πολυτιμότερο στοιχείο στην ανθρώπινη ζωή και θέλουν προσοχή περισσότερη απ’ την πραγματικότητα'. 

Το 1966-67 ο Φατούρος υπήρξε Visiting  Fellow στο Πανεπιστήμιο Yale στις Η.Π.Α. Κατά την ίδια χρονική περίοδο έδωσε διαλέξεις σε αρκετά Πανεπιστήμια τόσο της ανατολικής όσο και τη δυτικής Ακτής. Όταν ήταν στην Αμερική, είχαμε συνεχή επικοινωνία. Το περιεχόμενο των επιστολών που ανταλλάσσαμε είναι ένα άλλο ενδιαφέρον κεφάλαιο στη σχέση μου με τον Μίμη. Πολλές φορές μάλιστα μου ζητούσε υλικό που του έστελνα για να εμπλουτίζει τις διάφορες παρουσιάσεις και διαλέξεις του εκεί. Φρόντιζα πάντα το υλικό αυτό να έχει έντονο ελληνικό ενδιαφέρον έτσι ώστε το ακροατήριο να παίρνει μια γεύση για τον τόπο μας. Άλλοτε το υλικό είχε αρχιτεκτονικό καθαρά ενδιαφέρον. Θυμάμαι που του είχα στείλει μια φωτογραφία από ένα μαντρί στην Ύδρα. Το μαντρί ήταν όλο κι’ όλο μια μεγάλη κουφάλα στον βράχο που έκλινε με μια πρόχειρη περίφραξη. Ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα δημιουργίας χώρου. Άλλη η αίσθηση της ποιότητας του χώρου-του κενού ως σκέτης σπηλιάς-κουφάλας και άλλη του χώρου-του κενού ως μαντριού. Μου είχε γράψει ότι η φωτογραφία αυτή είχε κάνει μεγάλη αίσθηση.

Ο Φατούρος έχει ασχοληθεί με επιτυχία με πολλούς τομείς της Τέχνης. Στην Αρχιτεκτονική, βέβαια, τη Ζωγραφική και την Ποίηση, και έχει να παρουσιάσει ένα μεγάλο και σημαντικό συγγραφικό έργο. Ο τομέας με τον οποίο δεν ασχολήθηκε ήταν η Μουσική. Αυτό δεν φανερώνει, βέβαια, ότι δεν τον ενδιέφερε η μουσική και, ιδιαίτερα, η μουσική των λαών της Μεσογείου. Τον είχα μερικές φορές συλλάβει να βρίσκεται σε κατάσταση έκστασης ακούοντας μουσική των Σούφι και πάμπολλες φορές ακούοντας και τραγουδώντας τα λεγόμενα 'ρεμπέτικα', αυτά τα γνήσια και πηγαία λαϊκά τραγούδια που μόνο ρεμπέτικα δεν είναι. Εκείνες τις στιγμές ερχόταν στο μυαλό μου ο Πικιώνης που έλεγε ότι η υψηλότερη λειτουργική μορφή επίδρασης της μουσικής στην ανθρώπινη ψυχή εκφράζεται όταν ο αγωγιάτης εκστασιασμένος πάνω στο κάρο του δείχνει απογειωμένος σιγοτραγουδώντας τους καημούς του. Υπήρχαν στιγμές που μ' έκανε να νοιώθω ότι οι όποιες μουσικές συναισθηματικές του ενορμήσεις εκφράζονταν διά μέσου της δικής μου πολυποίκιλης τάσης για μουσική, ότι ήμουνα κατά κάποιο τρόπο το συμπλήρωμά του στον τομέα της Μουσικής. Ανάμεσα στα θέματα που μας ενδιέφεραν ήσαν και εκείνα της επίδρασης του ήχου στη διαμόρφωση του αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος, αλλά και αντίστροφα της επίδρασης της αρχιτεκτονικής στη διαμόρφωση της μορφής της λόγιας και μη λόγιας μουσικής, θέματα που για μένα είναι ζωτικής σημασίας.

Ο Μίμης είχε σε μεγάλη εκτίμηση το γεγονός ότι από επτά χρονών παιδί ασχολούμαι συστηματικά με τη θεωρία και την πράξη της Βυζαντινής Μουσικής και ιδιαίτερα με τη μαθητεία μου πλάι στον αγιορείτη μοναχό Δοσίθεο Κατουνακιώτη.  Άλλωστε, ήταν  εκείνος που επέμενε και αναφέρθηκε η ενασχόληση μου με τη Βυζαντινή Μουσική στο λήμμα του ονόματός μου στο βιβλίο ‘Αρχιτεκτονική’ (Μπούρας & Φιλιππίδης, 2013).

Στην ανατολική πλευρά του Υμηττού, πάνω από την Παιανία, εκεί που έχει ενταφιασθεί ο Μάνος Χατζιδάκις, υπάρχει το 'Σπήλαιο Κουτούκι'. Η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του σπηλαίου (Αρχιτεκτονικά Θέματα, αρ. 10, 1976) είναι έργο δικό μου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν είχε τύχει να επισκεφθούμε το έργο αυτό μαζί με τον Μίμη. Το επισκεφθήκαμε πριν 5-6 χρόνια. Μόνο καλά λόγια είχε να πει. Μου είχε πει τότε: 'Βασίλη, αν ζούσαμε σε μιαν άλλη χώρα με το έργο αυτό και μόνο θα είχες γίνει ευρύτερα γνωστός'.

Θέλω να κλείσω τις αναφορές μου στη συνεργασία μου με τον Μίμη με την κατάθεση μιας πολύ σημαντικής για μένα μαρτυρίας, που μου έκανε σε μια από τις τελευταίες μας τηλεφωνικές επικοινωνίες. Είναι κάτι που η αναφορά του μπορεί να παρεξηγηθεί. Εγώ το βρίσκω κάπως υπερβολικό.  Όμως ο Μίμης την έκανε και η κατάθεση αυτή πιθανό να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον. 'Βασίλη', μου είπε, 'έχω την αίσθηση ότι τα πιο σημαντικά έργα που έχω κάνει είναι αυτά που κάναμε μαζί'.

Οι συζητήσεις και οι μυσταγωγικές διεργασίες δεν περιορίζονταν μόνο στους τέσσερις τοίχους των εκάστοτε Γραφείων μας. Αμέτρητες ήσαν οι εξορμήσεις μας σε αρχαιολογικούς χώρους, σε ιστορικούς παραδοσιακούς οικισμούς, σε τόπους με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος και, βέβαια, σε καπηλειά και σε ταβέρνες.

Ο Φατούρος δεν ήταν μόνο ένας υψηλόφρων μυσταγωγός. Ήταν και ένας άνθρωπος γήινος που αγαπούσε τις απολαύσεις της ζωής.

Στην Αθήνα, στην αρχή της Σταδίου, στο βάθος της εσωτερικής αυλής ενός νεοκλασικού κτηρίου υπήρχε το Ουζερί του Απότσου. Ήταν το βραδινό στέκι των διανοουμένων, των καλλιτεχνών και των φιλοτέχνων της δεκαετίας του 1950 και του 1960. Εκεί θα μπορούσες να συναντήσεις τον Τσαρούχη, τον Ταχτσή, τον Σινόπουλο, τον Μόραλη, τον Κουτσίνα, τον Βελούδιο, τον Πεσμαζόγλου και άλλους. Και λέω βραδινό, γιατί το πρωί μπορούσες να συναντήσεις πάλι τους πιο πολλούς από αυτούς να πίνουν τον καφέ τους στο Brasilian της Βουκουρεστίου ή στο Πέτρογραδ του Γιάκοβλεφ στη Σταδίου. Στις 22 Νοεμβρίου του 1963 το βράδυ ήμασταν και με άλλους φίλους στου Απότσου, όταν διαδόθηκε σαν αστραπή η είδηση της δολοφονίας του Τζων Κέννεντυ.

Αξέχαστες θα μείνουν οι μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας και του Πάσχα στο σπίτι του στην Ύδρα, μέρες οσμής πνευματικών και υλικών ευωχιών. Τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα του 1969 είχα την ευτυχία στο δεξί στασίδι να έχω συμψάλλοντα και ισοκράτη τον Μανόλη Ανδρόνικο, φίλο που φιλοξενούσαν οι Φατούροι. Η Μεγάλη Εβδομάδα αποτελεί μια περίοδο ορόσημο για τους Έλληνες. Δεν ξεχνώ ποτέ τον αφορισμό του Σεφέρη: 'Η υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: μια ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα'. 

Του Φατούρου άρεσε να αναφέρεται στη συνάντηση και τις συζητήσεις που είχε με τον ποιητή Νίκο Καββαδία, τον Κόλλια, στο κατάστρωμα του ‘Λυδία’, στην εκπαιδευτική  εκδρομή της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου στην Αίγυπτο, το 1952. Όπως είναι γνωστό ο Καββαδίας ήταν ασυρματιστής  (“μαρκόνης”) στο ‘Λυδία’. Μάλιστα, έχει κατά καιρούς δημοσιευτεί και  μια φωτογραφία που δείχνει τον Νίκο Μουτσόπουλο, σπουδαστής τότε και αυτός, μαζί με τον Καββαδία στο κατάστρωμα του πλοίου. Είχε δημιουργηθεί ένας μύθος γύρω από τον Καββαδία που έπλαθε για πολύ καιρό μαγικές εικόνες στους νέους αρχιτέκτονες.

Αργότερα, με κάποια ευκαιρία είχε ναυλωθεί ένα καράβι που φιλοξένησε πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών σε μια εκδρομή από τον Πειραιά στο Άγιο Όρος. Ήταν καλοκαίρι και βραδιά με πανσέληνο. Πάλι εδώ τώρα, στο κατάστρωμα του πλοίου, γινόντουσαν ζωηρές συζητήσεις. Όταν φτάσαμε στον Κόλπο του Αγίου Όρους το πλοίο έδεσε αρόδου. Οι άνδρες βγήκαν με τις λάντζες στη στεριά και επισκέφθηκαν δυο-τρία μοναστήρια, ενώ οι γυναίκες παραμείνανε στο πλοίο. Στην επιστροφή πήραμε μαζί μας και τον μοναχό Θεόκλητο Διονυσιάτη, συγγραφέα του γνωστού βιβλίου για το Άγιο Όρος 'Μεταξύ Ουρανού και Γης'. Το ταξίδι κυλούσε ήρεμα, είχαμε μπουνάτσα και η νύχτα λουζόταν πάλι από ένα γιομάτο φεγγάρι. Ξαφνικά, οι συζητήσεις στο κατάστρωμα του πλοίου ζωήρεψαν. Είχε φτάσει η ώρα να μπει στις συζητήσεις το θέμα της απαγόρευσης της εισόδου των γυναικών στο Όρος. Από τη μια μεριά οι γυναίκες και από την άλλη ο Θεόκλητος. Στις ερωτήσεις πρωτοστατούσε, με επιθετικότητα θα έλεγα, η Μίκα Χαρίτου, πρώτη σύζυγος του Φατούρου, και ο Θεόκλητος σχολίαζε και απαντούσε ήρεμα και με προσήνεια.

Αλησμόνητες θα μείνουν οι εξορμήσεις μας στη Στεμνίτσα, ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα του, όπου η κάθοδος και η επίσκεψη στο μοναστήρι του Προδρόμου, το πέρασμα στο μοναστήρι του Κρυφού Σχολειού, στην απέναντι πλευρά, και τελικά η κάθοδος στην παραποτάμια περιοχή του Λούσιου ποταμού και της αρχαίας Γόρτυνας αποτελούσαν ένα ευρύτερο πεδίο αναμνήσεων, αναλογισμών, αναστοχασμών, πνευματικών αναζητήσεων και συζητήσεων. Περιττό να λεχθεί ότι όλο αυτό το πνευματικό ‘συμπόσιο’ επισφραγιζόταν και με ένα άλλο, υλικό τη φορά αυτή, την απόλαυση των ντόπιων γευστικότατων εδεσμάτων και του άκρατου οίνου.

Από τα διάφορα φαγοπότια με τον Μίμη τα πιο συχνά ήσαν εκείνα κατά τη διάρκεια της χούντας, σχεδόν κάθε βδομάδα. Είχαμε βρει ένα στέκι στην Ελευσίνα, μία ψαροταβέρνα, που την είχε ένας που η κόρη του ήταν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και λεγόταν Κανάκης. Μετά, το μαγαζί αυτό το πήρε ένας άλλος που λεγόταν Διαμαντής. Το όνομα Διαμαντής το είχε πάρει επειδή τον είχε βαφτίσει ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Διαμαντής. Όλη αυτή η ιστορία του καπετάν-Διαμαντή, που ήταν και Πελοποννήσιος, είχε δημιουργήσει ένα μύθο για το μαγαζί, που μας τράβαγε. Ο Διαμαντής είχε ένα καΐκι για ψάρεμα και έφερνε φρέσκο ψάρι. Το φχαριστιόμασταν. Θυμάμαι, λοιπόν, ότι πηγαίναμε εγώ και η γυναίκα μου, παίρναμε τον Μίμη από το αεροδρόμιο, όταν ερχόταν από τη Θεσσαλονίκη, και κατ’ ευθείαν από κει πηγαίναμε και τρώγαμε το ψαράκι μας στου Διαμαντή. Πολλές φορές, τύχαινε να είναι Κυριακή μεσημέρι, οπότε, μετά το φαγητό, στα 'πρέπει' της εξόρμησης ήταν και μια βόλτα στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας.

Τακτικές κάθοδοι πραγματοποιούνταν και στην ψαροταβέρνα του Πατινιώτη στο Νέο Φάληρο, απέναντι από το Ράλλειο Πειραματικό Σχολείο. Εκεί, στο στέκι των φιλάθλων του Εθνικού Πειραιά, ο ιδιοκτήτης Βασίλης Πατινιώτης, κατά τις εννιά, άφηνε την κουζίνα και το σερβίρισμα, έπιανε το μπουζούκι και αρχίναγε το τραγούδι. Κι αν στην παρέα τύχαινε και κάνας καλλίφωνος, μπαίναμε στο τραγούδι και το τραβάγαμε μέχρι τη μία και τις δύο καμιά φορά. Όταν 'έφυγε' ο  Πατινιώτης, το μαγαζί το πήρε ο Κώστας, το γκαρσόνι του μαγαζιού, που για χρόνια τήρησε την παράδοση και λειτούργησε και κείνος το μαγαζί στην ίδια γραμμή διατηρώντας πάντα την ίδια ατμόσφαιρα.

Κοντά-πυκνά, ανηφορίζαμε και στο 'Χάραμα' για να ακούσουμε τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου και την Μπέλλου και σαν ήμασταν τυχεροί συναντούσαμε και τον Τσαρούχη να χορεύει τα ζεϊμπέκικα  'Συννεφιασμένη Κυριακή', 'Σαν πεθάνω τι θα πούνε' και τα άλλα.

Πού και πού εξορμούσαμε και στου Δασκαλάκη στο Πικέρμι. Εκεί η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Εκεί πηγαίναμε ν' ακούσουμε κυρίως το τραγούδι 'Κουβέντα με το χάρο (Το χάρο τον αντάμωσαν)'.

Καιρός όμως να σταματήσω. Γιατί, διαφορετικά, θα στέρευε ο χρόνος έτσι και καθόμουνα να ιστορήσω όλα όσα βίωσα κοντά στον Μίμη. 

Έτσι ήσαν. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα... όχι, δεν κλαις! Δεν κλαις, γιατί όλα αυτά ήσαν 'ποιότητα ζωής'.

Εν τέλει, ήσαν 'Αρχιτεκτονική', η Θεά που για εβδομήντα και βάλε χρόνια σαγήνευε τον Μίμη μας.

Μία μεταμεσονύκτια αφήγηση για τον Μίμη. Γιώργος Τριανταφύλλου

Με τον Μίμη τα τελευταία χρόνια περάσαμε μια πολύ τρυφερή περίοδο. Αισθανόμασταν την ανάγκη σχεδόν καθημερινά να μιλάμε στο τηλέφωνο. ΄Ηταν τηλεφωνήματα ενημέρωσης, κριτικής, αναμνήσεων και διδασκαλίας για τα τεκταινόμενα, σχετικά με την αρχιτεκτονική και όχι μόνο. Μιλούσαμε για θέματα σχετικά με την πολιτική, τον πολιτισμό, τις εκδηλώσεις, τις εκθέσεις, τις εκδόσεις, τα μουσεία, τους φίλους, τις προσωπικές μας σχέσεις, τα θέματα της οικογένειας. ΄Ηταν πάντα ενημερωμένος μέσα από τις εφημερίδες και τα ηλεκτρονικά μέσα και πάντα ήθελε να ακούσει περισσότερα. ΄Ηθελε να τα σχολιάσουμε, να τα συσχετίσουμε με το παρελθόν, μέσα από προσωπικές του αναφορές βασισμένες στην εξαιρετική του μνήμη.

Ό Μίμης είναι δάσκαλός μου.

΄Ημουν, νομίζω, τριτοετής φοιτητής, όταν με κάλεσε ένα βράδυ στο γραφείο του στη Σχολή, δεν θυμάμαι ακριβώς για ποιό θέμα. Αφού κουβεντιάσαμε για αρκετή ώρα, μου πρότεινε να πάμε να πιούμε ένα κρασί. Αιφνιδιάσθηκα. Τριτοετής φοιτητής εγώ τότε, στη Θεσσαλονίκη, στην Αρχιτεκτονική, με τον Μίμη Φατούρο καθηγητή, να αποδεχθώ μία πρόταση να πάω με τον καθηγητή μου να πιώ κρασί σε μία ταβέρνα με φοιτητές, την περίφημη ‘Δόμνα’, στην Πάνω Πόλη της Θεσσαλονίκης; Ηταν για εκείνη την εποχή, 1973-74, ένα θέμα… 

Μπήκαμε στην κόκκινη σπορ Alfa Romeo που είχε τότε, και οδηγώντας ‘με γκάζια’ ανεβήκαμε στην Πάνω Πόλη. Καθήσαμε σε ένα τραπέζι δίπλα-δίπλα. Αρχικά βρέθηκα σε μιά περίεργη αμηχανία, γιατί εκείνη την εποχή η σχέση των καθηγητών με τους φοιτητές δεν ήταν όπως είναι σήμερα.

Βέβαια, ο Μίμης από τότε ξεχώριζε. Ηταν οικείος, ανοιχτός, άμεσος. Μας έκανε μάθημα στο υπόγειο της Αρχιτεκτονικής, μιλώντας μας –ο μόνος εκείνη την εποχή– για την πολυκατοικία, κάνοντας σκίτσα στο χέρι, στον γνωστό ιστορικό χώρο του Εργαστηρίου του, σε μια περίοδο που στη σχολή κυκλοφορούσαν απειλητικά οι ασφαλίτες. Συχνά μας διάβαζε ποίηση, μας διάβαζε Σεφέρη. Αχτίδες φωτός και ελπίδας διαπερνούσαν τότε την υποφωτισμένη ατμόσφαιρα του υπόγειου χώρου, με τους καπνούς των τσιγάρων. 

Από εκείνη την βραδιά στη ‘Δόμνα’, όπου με τον Μίμη μιλήσαμε για πολλά πράγματα, κάτι περίεργο έγινε μεταξύ μας που συνεχίσθηκε και στα επόμενα χρόνια. Ό Μίμης με πρόσεχε περισσότερο και, μετά από πολλές κατά καιρούς συναντήσεις και συζητήσεις, τα τελευταία χρόνια κάναμε πιο συχνά παρέα. Παράλληλα με την τηλεφωνική μας επικοινωνία, κάναμε μαζί διακοπές στην Κρήτη, στην Κίμωλο…

΄Ηρθε στην Λίμνη της Ευβοίας, στα Μοναστήρια της Τήνου με αφορμή τις ‘Αντανακλάσεις’ [Σ.τ.Επιμ.: καλλιτεχνική επέμβαση που πραγματοποίησαν στο Εξώμβουργο Τήνου, στο ερειπωμένο χωριό Μοναστήρια, ο εικαστικός Κώστας Τσόκλης, ο Γιώργος Τριανταφύλλου και ο συνθέτης Νίκος Ξυδάκης, 29 Ιουλίου έως 30 Σεπτεμβρίου 2006], στην έκθεσή μου στο Βυζαντινό Μουσείο με τα ‘αρχέτυπα*’ [Σ.τ.Επιμ.: ‘Αρχέτυπα* Από τις καλύβες και τα μαντριά στη σύγχρονη Τέχνη και Αρχιτεκτονική’, επιμελητής Δημήτρης Φιλιππίδης, 20 Απριλίου έως 5 Σεπτεμβρίου 2010], όπου μου έκανε την τιμή να συμμετέχει στο πάνελ των ομιλητών κατά την παρουσίαση του ομότιτλου βιβλίου. 

Ό Μίμης είχε ένα βασικό χάρισμα. Η άποψή του σε σχέση με αυτό που κουβεντιάζαμε, συνήθως δεν ήταν μονοδιάστατη. Μιλούσε, κατά κάποιο τρόπο, διστακτικά, αμφιβάλλοντας. Διατύπωνε δύο ή τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις σε ένα πλαίσιο πολλαπλότητας. Εμένα, ως μαθητή του, αυτή η πολλαπλότητα των σκέψεων με οδηγούσε στο να σκέπτομαι και εγώ ποιά ισχύει. Όμολογώ ότι ελάχιστες φορές κατάφερα να επιλέξω ποιά απ’ όλες είναι η επικρατέστερη. Με το πέρασμα του χρόνου άρχισα να συνειδητοποιώ ότι αυτός ο συγκεκριμένος, δικός του τρόπος διατύπωσης μιας άποψης μέσα από διαφορετικές προσεγγίσεις, αυτή η πολλαπλότητα, επί της ουσίας εμπεριέχει μίαν αλήθεια. 

Αυτό λοιπόν έκανε την κουβέντα μας με το Μίμη πολύ γοητευτική και τον ίδιο έναν ελκυστικό και διδακτικό συνομιλητή, που σε άφηνε να σκεφθείς και να διατυπώσεις ελεύθερα τις σκέψεις σου. Στα θέματα που κουβεντιάζαμε, υπήρχε μία διεύρυνση όσον αφορά τις τοποθετήσεις μας και ένας τρόπος σκέψης που μας οδηγούσε την επόμενη μέρα, να ξαναφέρουμε στη συζήτηση το ίδιο θέμα, να το ξαναδούμε για άλλη μια φορά. Αυτή η αβεβαιότητα των διαφορετικών και πολλαπλών τοποθετήσεων αποτελεί για μένα μίαν αέναη διδασκαλία. 

Θεωρώ μεγάλο κέρδος ότι έχω την δυνατότητα τα τελευταία χρόνια να συναναστρέφομαι τις Τετάρτες στην ταβέρνα του Όικονόμου, στα Πετράλωνα, με μεγαλύτερους ανθρώπους και να τροφοδοτούμαι από τις σκέψεις τους και την σοφία τους. Στις γνωστές ‘συνάξεις των αρχιτεκτόνων’ [Σ.τ.Επιμ.: http://triantafylloug.blogspot.com/2020/04/1956-250. html], όπου σχολιάζονται θέματα για την αρχιτεκτονική και την πόλη αυτές τις δύσκολες εποχές, η ήρεμη συμμετοχή του Μίμη ήταν πολύτιμη. 

Με τον Μίμη κοντραριστήκαμε κάποιες φορές. ΄Αργησα βέβαια να συνειδητοποιήσω τον τρόπο, με τον οποίο έβλεπε τα πράγματα, παίρνοντας υπ΄όψιν πολύ περισσότερες παραμέτρους που προσωπικά αγνοούσα ή υποβάθμιζα. 

Όταν το κατάλαβα, τα πράγματα άλλαξαν. ΄Όχι μόνο τον παρακολουθούσα με ενδιαφέρον, αλλά τον τροφοδοτούσα κιόλας. ΄Εφερνα πάλι το θέμα στην κουβέντα την επόμενη μέρα και πάντα σκεφτόμουν πόσο ενδιαφέροντα είναι τα πράγματα, όταν έχουν αυτές τις πολλαπλές ερμηνείες και προσεγγίσεις. 

Η προϊστορικότητα, η υλικότητα, η σωματικότητα, η πολλαπλότητα, η ρευστότητα, η παύση, το ατελές, το ad hoc, η φθορά, η σχισμή, το κενό, το ελάχιστο αποτελούσαν κάποιες από τις πολλές έννοιες που τον απασχολούσαν. Η αρχιτεκτονική για αυτόν δεν ήταν απλά το κέλυφος ενός κτηρίου. ΄Ηταν πολλά πράγματα μαζί: Η εκάστοτε ανθρώπινη παρουσία, οι φορτίσεις από τις πολλαπλές καταστάσεις που εκδηλώνονται στους χώρους ενός κτηρίου μέσα στον χρόνο, το περιβάλλον, τα όρια, οι μνήμες… Ό Μίμης συχνά μου έλεγε, συζητώντας μία συγκεκριμένη δράση σε ένα συγκεκριμένο χώρο, ότι αυτά είναι η αρχιτεκτονική, ό,τι βιώνουμε, και όχι αυτό που φωτογραφίζουμε προς δημοσίευση. Αυτά είναι πράγματα που δεν διδάσκονται, δεν συνειδητοποιούνται, όταν η παιδεία μας έχει καθορισθεί στο πνεύμα της εικόνας ενός κτηρίου, ως αυτόνομης άψυχης οντότητας. Δεν το έβλεπε ποτέ έτσι ο Μίμης. 

Όλες αυτές οι κατανυκτικές συζητήσεις που γινόντουσαν συνεχώς, μας έδεσαν πάρα πολύ. Με συγκινούσαν. 

Ό Μίμης, προσιτός, ανοιχτός, πολλά υποσχόμενος, συχνά μας αιφνιδίαζε με τις επιλογές του και τα επιτεύγματά του, ως καλλιτέχνης, ποιητής, δάσκαλος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας, πολιτικό πρόσωπο, πρύτανις, κριτής αρχιτεκτονικών διαγωνισμών, άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά. 

Υπήρχε βέβαια και μία προκατάληψη απέναντί του. Τον θεωρούσαν άνθρωπο που ‘δεν σπάει αυγά’. Διεπίστωσα όμως κάποια στιγμή, ότι κάποιους χαρισματικούς ανθρώπους, με τους οποίους έχουμε μια προσωπική σχέση, όταν βρίσκονται σε κάποιες θέσεις, τους τοποθετούμε σε ένα βάθρο, αρχίζουμε να έχουμε υπερβολικές απαιτήσεις και περιμένουμε να κάνουν εκείνο ή το άλλο. Αυτό όμως είναι μια δική μας φαντασίωση, που συνήθως δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, γιατί τελικά δεν μπορούμε να συνεκτιμήσουμε τις συνθήκες, μέσα στις οποίες κινείται ένας τέτοιος άνθρωπος, τί μπορεί και τί δεν μπορεί να κάνει, όταν βρίσκεται σε συγκεκριμένες θέσεις. Και όταν διαπιστώνουμε ότι δεν μπορεί να το κάνει, αυτομάτως αρχίζει ο αφορισμός και η απόρριψη. 

Όταν ο Μίμης μπήκε στο Υπουργείο Παιδείας, διάφοροι φίλοι και γνωστοί άρχισαν να έχουν ελπίδες και απαιτήσεις, ότι έπρεπε να κάνει αυτό, ότι έπρεπε να βοηθήσει τον άλφα, ότι έπρεπε να αναδείξει τον βήτα, να αναβαθμίσει ριζικά θέματα της παιδείας... ΄Αρχισα να διαπιστώνω τότε μια γκρίνια, ότι ο Μίμης δεν είναι αντάξιος των προσδοκιών μας, που κατέληγε κάποιες φορές σε απόρριψη. 

Τα τελευταία χρόνια, στις συζητήσεις μας, ο Μίμης μου αποκάλυψε ότι, όταν το 1993-94 βρέθηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων εξωκοινοβουλευτικός υπουργός στην τελευταία κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, κάθισε και σκέφτηκε τί θα ήθελε να κάνει. Προετοίμασε ένα συγκεκριμένο πλάνο και ξεκίνησε την επόμενη μέρα να δρομολογεί τα καινούργια του σχέδια, σε συνεργασία με το μόνιμο προσωπικό του Υπουργείου. ΄Αρχισαν λοιπόν να δημιουργούνται φάκελοι για κάθε θέμα που πρότεινε. Αυτοί πήγαιναν και ερχόντουσαν για να τους διαχειρισθούν οι συνεργάτες του και το προσωπικό του Υπουργείου. Σιγάσιγά συνειδητοποίησε ότι στη στοίβα των φακέλων που συσσωρεύονταν στο γραφείο του, έβγαιναν πάνω-πάνω θέματα προς άμεση διεκπεραίωση και προς υπογραφή αυτά που οι άλλοι ήθελαν και έμεναν από κάτω τα θέματα που πρότεινε ο ίδιος. Αυτό, ως περιγραφή της εικόνας των φακέλων, αποκαλύπτει το πώς γινόταν η διαχείριση των εντολών και των οδηγιών και πώς ανταποκρίνονταν οι άνθρωποι του Υπουργείου. ‘Σιγά-σιγά’, μου είπε ο Μίμης, ‘συνειδητοποίησα, ότι μέσα στο Υπουργείο υπήρχε ένας καλοκουρδισμένος μηχανισμός μόνιμων υπαλλήλων, ο οποίος είχε την δυνατότητα και την ικανότητα να κατευθύνει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις επιδιώξεις του υπουργείου, των δικών τους, όμως, ενδιαφερόντων και όχι του υπουργού.’ Αυτό κράτησε έξι μήνες. ΄Όταν συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να υλοποιήσει αυτά που ήθελε, παραιτήθηκε. Όμολογώ, ότι, μόλις μου το ανέφερε αυτό ο Μίμης, τα τελευταία χρόνια, κατέρρευσα, γιατί κρατούσα στο πίσω μέρος της κεφαλής μου, χωρίς να του το έχω πει ποτέ, τις συζητήσεις και τους χαρακτηρισμούς για τον Μίμη εκείνης της εποχής, την απαξίωσή του. Συνειδητοποίησα πόσο λάθος κάναμε. Δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω αυτά που είπε ο Μίμης, γιατί επιβεβαιώνονται μέσα στον χρόνο εν τη πράξει. ΄Εχουμε δει πολλούς υπουργούς να εμποδίζονται ή να εκβιάζονται από τους μηχανισμούς των υπουργείων τους.

Ό Μίμης, έγκλειστος τον τελευταίο καιρό λόγω κορωνοϊού στο σπίτι του στην Θεσσαλονίκη, με μόνη διέξοδο το περπάτημα στο μπαλκόνι, μέσα από τα τηλεφωνήματά μας εξέπεμπε μιάν αγωνία για το αν θα καταφέρει να ξανασυναντηθούμε στην Αθήνα, για να μιλήσουμε από κοντά και να πραγματοποιήσουμε κάποια όνειρα… ΄Ηταν πολύ στριμωγμένος, δεν έβγαινε καθόλου και η ανησυχία του ήταν έντονη στις συνομιλίες μας που πύκνωναν, αλλά ήταν πια πιο σύντομες. Με συγκινούσε αυτή η αίσθηση ενός δικού μας ανθρώπου που σε αυτή τη ηλικία αισθανόταν παγιδευμένος, στερημένος από την ανθρώπινη επαφή και την παρουσία των φίλων, ακόμη και από την επί χρόνια καθημερινή απόλαυση των εφημερίδων. 

Το αποκορύφωμα αυτής της συγκίνησης ήταν όταν δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ‘Τα Νέα’ (φύλλο 24ης-25ης Όκτωβρίου 2020), ένα κείμενο που έγραψα, με τίτλο ‘Δημήτρης Φατούρος, μια αρχιτεκτονική για τον άνθρωπο, που ανοίγεται στο μέλλον’. Στο άρθρο αυτό έκανα μία παρουσίαση του πρωτοποριακού κλειστού κολυμβητήριου της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, από τα πρώτα έργα του Μίμη, του 1957, που κηρύχθηκε Νεότερο Μνημείο, και μιας διώροφης κατοικίας στο Πανόραμα της Θεσσαλονίκης, που πραγματοποίησε τη δεκαετία του 1960. 

Το κτήριο αυτό ανέλαβαν πρόσφατα οι Divercity Architects να προσαρμόσουν στις σύγχρονες απαιτήσεις για νέους ενοίκους. Όυσιαστικά διατήρησαν τη δομή και τις όψεις του όπως είχαν. Από την πρόσφατη φωτογράφιση (Δομές, 154, Αύγουστος 2020, σσ. 96-113) αποκαλύπτεται ένα εξαιρετικό έργο στο πνεύμα του μοντερνισμού, που αντέχει στον χρόνο. Τούτο σχολίαζα σε αυτό το κείμενο, επισημαίνοντας πως η αρχιτεκτονική του Φατούρου έχει διάρκεια και συνέχεια και ανοίγεται στο μέλλον. 

Το συγκινητικό είναι ότι, όταν ήρθε η εφημερίδα, άνοιξα ταυτόχρονα και το Facebook, που μου παρουσίασε μία ανάρτηση που είχα κάνει πριν επτά χρόνια, με μια μεγάλη φωτογραφία μου του Μίμη προφίλ, με αφορμή την ανακήρυξή του σε επίτιμο διδάκτορα στην Αρχιτεκτονική Σχολή της Πάτρας. 

Μία περίεργη σύμπτωση: Να έχω μπροστά μου την ίδια στιγμή την δημοσίευση στα ‘Νέα’ και την εικόνα στο Facebook, στην οθόνη του υπολογιστή μου, με την ίδια φωτογραφία. Σήκωσα το τηλέφωνο και πήρα τον Μίμη. Το τηλέφωνο του σπιτιού δεν απαντούσε. Σκέφτηκα αμέσως ότι κάτι συμβαίνει. Πήρα τη Λίτσα, την σύζυγό του, στο κινητό και την ακούω μαγκωμένη. Την ρώτησα τί συμβαίνει και μου είπε ‘Είμαστε στο [Ιατρικό] ‘Διαβαλκανικό’ [Κέντρο Θεσσαλονίκης] και αυτή τη στιγμή κάνουν μετάγγιση στο Μίμη’. Κατάλαβα αμέσως. Σάστισα. Της είπα απλά για το δημοσίευμα στα ‘Νέα’ και την παρεκάλεσα να με πάρει να μιλήσουμε μόλις μπορέσει. Το απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο και με παίρνει ο Μίμης. Είναι από τα πιο συγκινητικά τηλεφωνήματα που έχω πάρει από τον Μίμη. ‘Είναι το μεγαλύτερο δώρο’, μου είπε μεταξύ άλλων, ‘που θα μπορούσε να μου κάνει κανείς σε αυτήν την κατάσταση που βρίσκομαι, και δεν μπορείς να φανταστείς πόσο με συγκινεί, όταν αισθάνομαι ότι άνθρωποι σαν και σένα μου ανοίγουν προοπτικές για το μέλλον…’ 

Μετά από αυτό μιλήσαμε την επόμενη και την μεθεπόμενη, μέχρι που ήλθε η ημέρα που δεν μπορούσε να μιλήσει και σταδιακά βυθίσθηκε και εκοιμήθη. 

Δέκα στενοί του φίλοι τον υποδεχθήκαμε στο Πρώτο Νεκροταφείο από την Θεσσαλονίκη και τον αποχαιρετήσαμε σιωπηλά σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες της αφόρητης μοναξιάς, χωρίς την παρουσία των αμέτρητων φίλων και συνεργατών, των ανθρώπων του Μίμη. 

Αυτή ήταν η σχέση μου με το Μίμη, που ξεκίνησε την δεκαετία του 1970 στην Πάνω Πόλη της Θεσσαλονίκης, και έφτασε στις τελευταίες του στιγμές, στο ‘Διαβαλκανικό’, με το συγκινητικό τηλεφώνημα, το οποίο με σφράγισε πραγματικά. Αισθάνομαι ότι ο Μίμης θα είναι κοντά μου για πολλά χρόνια, ‘ωσεί παρών’. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για μένα. Ό Μίμης μέσα στο χρόνο δικαιώνεται και εμείς, μη μπορώντας πια να προστρέξουμε στην κρίση του και την συμβουλή του, πρέπει, μόνοι πια, να παίρνουμε την ευθύνη των αποφάσεών μας, στον απόηχο της σοφίας που μας κληροδότησε.

 
Αθήνα, 7 Δεκεμβρίου 2020

 

*Προσωπική κατάθεση στο πλαίσιο μεταμεσονύκτιας συζήτησης με δυο συνομιλητές, μετά από την ‘τηλεσύναξη’ της ‘Παρέας του οικονόμου’ της Τετάρτης, 18 Νοέμβριου 2020. 
1. Ο Δημήτρης Φατούρος διετέλεσε εξωκοινοβουλευτικός υπουργός εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων στην τελευταία κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, την περίοδο 1993 – 1994. 

Δημήτρης Α. Φατούρος - Ισως ένας επικήδειος που δεν εκφωνήθηκε. Λόης Παπαδόπουλος

Είναι άδικο, Μίμη, περίπου ειρωνικό, που εσένα, έναν άνθρωπο των κοινών, του δήμου, σε αποχαιρετούμε σχεδόν μοναχικά.

 Όπως μοναχικά, και σε σχολαστική συμμόρφωση προς τα πρωτόκολλα της πανδημίας, διήνυσες αυτό τον τελευταίο αδιανόητο χειμώνα. Για πρώτη φορά στη ζωή σου χωρίς την αδιάπτωτη, ζωογόνο κινητικότητά σου:  Θεσσαλονίκη / Αθήνα /Αιγαίο, χωρίς συνέδρια, χωρίς να ξεφυλλίζεις περιοδικά ή ελληνικές και ευρωπαϊκές εφημερίδες, για να κατανοήσεις την ταραχή του παρόντος, χωρίς τις συναντήσεις σου της Αθήνας, χωρίς τις ομιλίες.

Μάς απάλλαξες, Μίμη, ακόμη κι από αυτό: να μνημονεύσουμε εμείς εκείνες τις κρίσιμες στιγμές της διαδρομής σου, στις οποίες, αναστοχαζόμενος, προτιμάς εσύ να αναγνωρίζεις τον εκ των υστέρων εαυτό σου. Ποιος δεν κατανοεί ότι ο ανα-στοχασμός είναι και κάποιου τύπου μετά-νοια; Στο λιτό αυτοβιογραφικό, που πρόσφατα, το 2017, συνέταξες, με την ευκαιρία μιας αναδρομικής έκθεσης έργων σου, στο ΜΙΕΤ του Διονύση Καψάλη, παρασιωπώντας κάθε τριβή σου με τα κοινά, σημειώνεις τρία μόνον ονόματα: του ζωγράφου και αρχιτέκτονα Τάκη Μάρθα, στα διαμορφωτικά χρόνια της εφηβείας σου και, αμέσως μετά, του Δημήτρη Πικιώνη και του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα.

Αρκετά για να περιγράψουν μία συνείδηση ανθεκτική, αυτόνομη και αυτάρκη, άτακτη και ακατάτακτη σε βολικές ταξινομήσεις. Κυρίως μια συνείδηση ικανή να σε απομακρύνει από το αγχωτικό και ανιστόρητο ζεύγμα παραδοσιακό/σύγχρονο, που επί δεκαετίες ταλάνισε  άσκοπα τους ομοτέχνους σου, ίσως όλη τη νεοελληνική κοινωνία. Εσύ χάραξες την κίνησή σου σε σταθερή απόσταση από το άγονο εγκώμιο της ιθαγένειας: όχι μόνο γιατί ισοβίως υπήρξες ένας υπέροχος κοσμοπολίτης, αλλά γιατί εσύ, Αρκάς από τη Στεμνίτσα, είχες προλάβει, παιδί, να κολυμπήσεις στο νερό της Νέδας, κάτω από τη Φιγάλεια, πριν η Νέδα γίνει προορισμός trekking. Και γιατί, μαζί, με τον Πικιώνη, στους Δελφούς, ξύσατε τις πλαγιές του Παρνασσού, για να βγάλετε το κοκκινόχωμα για τη ζωγραφική σας – την ίδια ώρα που ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας σε κατηχούσε στην  μοντερνιστική ηθική της λογικότητας και της ακρίβειας και στη σημασιολογία των γεωμετρικών διαιρέσεων.

Δεν είναι, Μίμη, σχήμα λόγου ότι οι στάσεις της ζωής σου είναι οδοδείκτες μια εποχής - η ζόρικη εφηβεία σου μέσα στη φρενίτιδα του πολέμου και στην κόλαση της Κατοχής. Η βίαιη αφύπνισή σου, όταν κάθε μέρα λιγόστευαν μέσα στην τάξη του ΕΜΠ οι συμφοιτητές, άλλος οριστικά χαμένος κι άλλος φευγάτος στους λαβυρίνθους του Εμφυλίου. Αίφνης, από την τραυματισμένη Αθήνα, από τις μακρές εσωτερικές αποστάσεις μιας τραυματισμένης πόλης, που, χωρίς τραμ, τις διήνυες πεζή, βρίσκεσαι το 1956 καθηγητής στο νέο Τμήμα Αρχιτεκτονικής, στο ΑΠΘ του δημοκρατικού δημοτικισμού, πλην σε μια Θεσσαλονίκη άγρια ακρωτηριασμένη από το Ολοκαύτωμα.

«Η Αρχιτεκτονική οργανώνει τα όρια του φόβου», είχες πει. Όπως η Τέχνη. ‘Η, όπως ο έρωτας. Ποτέ δε συμμερίστηκες την οδηγία ότι το Τμήμα Αρχιτεκτόνων είναι μια Τεχνική Σχολή ή ένα Επαγγελματικό Σχολείο. Εστιάστηκες στην ποιητική του σχεδίου, στην ανίχνευση της σημασίας και στη σωματική πρόσληψη του χώρου. Ως δάσκαλος υπήρξες αντιαυταρχικός αλλά απαιτητικός, γιατί με μόχθο κατακτούσες όσα μας δίδασκες. Θέλησες την Αρχιτεκτονική να την προσλάβουμε όχι ως γνωστικό πεδίο, αλλά κυρίως ως χωρικό βίωμα και ως τρόπο ζωής. Αντηχώντας τον άλλο ποιητή της Ύδρας, you were guided by the beauty of your weapons. Σε συγκινούσε το απρόβλεπτο στην επικοινωνία. Σε ένα παιχνίδι αναγνώρισης του Άλλου: «από πού είσαι εσύ;», συνήθιζες να ρωτάς.

Μίμη, υπήρξες δάσκαλος γοητευτικός, σχεδόν ερωτικός.

Η Αρχιτεκτονική, είχες πει, πρέπει να ξανα-οριστεί και επέκεινα του κτίζειν, beyond building. Αντιπαρερχόμενος τη δυσπιστία των εδραιωμένων αυτιστικών προσεγγίσεων άλλων Σχολών, άνοιξες το curriculum της Αρχιτεκτονικής Σχολής σε παράλληλους λόγους - βρήκες γόνιμο το πεδίο της ερμηνευτικής, άντλησες χρήσιμες έννοιες και μεθόδους από τη γλωσσολογία, την ψυχολογία, την ανθρωπολογία, τη βιολογία, την κυβερνητική. Η βιβλιοθήκη της Έδρας σου, ένα ορυχείο αντιρρητικής σκέψης - από τα Annales μέχρι τα τεύχη της Internationale Situationiste, της Sociologie du Travail, του Interview, της Casabella, του Archigram - υπήρξε ο τόπος, όπου, κυρίως μέσα στις απαγορεύσεις της Χούντας, οι φοιτητές της Αρχιτεκτονικής συναντηθήκαμε με υποψιασμένους καθηγητές και φοιτητές των humanities του ΑΠΘ.

Με τις νεωτερικές ιδέες, που σε διαπέρασαν στον χρόνο του sabbatical στην ξεσηκωμένη Αμερική των '60s, και μαζί με σπουδαίες προσωπικότητες της πόλης – τον Μανόλη Ανδρόνικο, τον Αριστόβουλο Μάνεση, τον Δημήτρη Μαρωνίτη, τη Μίκα Χαρίτου, τον Λίνο Πολίτη, τον Γιώργο Σαββίδη, την Άλκη-Κυριακίδου Νέστορος, τον Παύλο Ζάννα, τη Μάρω Λάγια, τον Μωρίς Σαλτιέλ, τον Νικηφόρο Παπανδρέου, τον Παντελή Λαζαρίδη– βρεθήκατε στην κόψη ενός αμφισβητησιακού αναγεννητικού κύματος για τη δημοκρατία, για την ανάταξη του ΑΠΘ, για την αναδιοργάνωση της πολιτιστικής ζωής της πόλης, την εξωστρέφεια,  τον εκσυγχρονισμό και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της: Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία «Τέχνη», αντιχουντικές συσπειρώσεις, «18 Κείμενα», Περιοδικό «Συνέχεια», Μέτωπο του «Όχι» στο χουντικό Δημοψήφισμα, υπεράσπιση διωκόμενων συγγραφέων, Αντιμοναρχικός Αγώνας,  διεκδίκηση, αργότερα, της Δημαρχίας της Θεσσαλονίκης.  

Μίμη, υπήρξες τυχερός – έζησες πολλές ζωές. Στη διαδρομή σου ενώνονται βιογραφίες πολλών γενεών αρχιτεκτόνων, καλλιτεχνών, δημόσιων προσώπων. Αποχαιρέτισες πολλούς και πολλές, τον κόσμο σου που έφευγε, τελευταία τη Σουζάνα Αντωνακάκη, είναι, ίσως, το τελευταίο κείμενο που με οδύνη συνέταξες.

Δεν επέλεξες εσύ αυτό το μοναχικό τέλος – μια καραντίνα. Έφυγες όμως μέσα στην αγάπη της Λίτσας Τρέσσου, της συζύγου σου. Μέσα στη συντριβή των ακριβών σου φίλων που μπόρεσαν να σε χαιρετίσουν, στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Αλλά και στην πάνδημη παρουσία των απόντων, που, αποκλεισμένοι από τα πρωτόκολλα της covid19, εκφράστηκαν στον συναγερμό των αναρτήσεων στα social media. Δες, Μίμη, που «έφηβοι τώρα τους δικούς σου στίχους λένε …. με τη δική σου έκφανσι του ωραίου συγκινούνται».

Μένει ένα μάθημα που, γύρω του, συγκροτεί έναν κόσμο. Φεύγεις, τώρα, στην ετεροτοπία σου - και κάπως «έτσι λιγοστεύει ο κόσμος. Όχι μ’ ένα βρόντο».

Αντίο φίλε.