Αρχιτεκτονικη

Kunsthaus Zurich

Η νέα επέκταση του Kunsthaus Zürich, η οποία σχεδιάστηκε από το γραφείο David Chipperfield Architects Berlin, επεκτείνει το υπάρχον μουσείο Kunsthaus που βρίσκεται ανάμεσα στην εκκλησία Grossmünster και το πανεπιστήμιο. Το Kunsthaus Zürich αντιπροσωπεύει σήμερα το μεγαλύτερο μουσείο τέχνης στην Ελβετία. Περιλαμβάνει τέσσερα κτήρια διαφορετικών περιόδων: το κτήριο Moser (1910), το κτήριο Pfister (1958), το κτήριο Müller (1976) και τώρα την επέκταση Chipperfield (2020). 

Το νέο πανταχόθεν ελεύθερο κτήριο στεγάζει τη συλλογή του κλασσικού μοντερνισμού, τη συλλογή Bührle, περιοδικές εκθέσεις και τέχνη μετά το 1960. Με βάση το σχέδιο γενικής διάταξης της Κεντρικής Περιοχής του Μουσείου, που δημοσιεύθηκε το 2007, τα κτήρια του μουσείου και το θέατρο Schauspielhaus, το οποίο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της πλατείας Heimplatz, διαμορφώνουν μια πύλη τεχνών ως είσοδο στο «Μίλι της εκπαίδευσης». Εδώ, τα μεγάλα πανταχόθεν ελεύθερα κτήρια των πανεπιστημίων της Ζυρίχης παρατάσσονται σαν μια σειρά μαργαριταριών που οδηγεί προς τα βόρεια. Η αστικής κλίμακας σύλληψη της επέκτασης προέβλεπε την τοποθέτηση ενός καθαρού γεωμετρικού όγκου στο βόρειο άκρο της πλατείας. 

Η έμπνευση της μορφής του κτηρίου αντλείται από το παλαιό σχολείο του καντονιού που κτίσθηκε το 1842 στα βόρεια του οικοπέδου. Αυτό καθορίζει το αστικό πλαίσιο μέσω της αρχιτεκτονικής του σαφήνειας. 

low res
© Noshe

Το αστικής κλίμακας σχέδιο ορίζει δύο νέους εξωτερικούς χώρους: την αστική πλατεία στα νότια, που πλαισιώνεται και από τις τέσσερις πλευρές από κτήρια, και τον νέο Κήπο της Τέχνης στα βόρεια, ως ανοικτό και διαπερατό φυσικό περιβάλλον. Ένας εκτεταμένος χώρος εισόδου, ο οποίος αναπτύσσεται σε όλο το μήκος του κτηρίου, δημιουργεί ένα σύνδεσμο μεταξύ αυτών των δύο νέων αστικών χώρων. Λόγω της ευρύτατης προσβασιμότητας, λειτουργεί επίσης και ως δημόσια σύνδεση μεταξύ του μουσείου και της πόλης. Μια δίοδος επισκεπτών κάτω από την πλατεία συνδέει το νέο κτήριο με το υπάρχον Kunsthaus, δημιουργώντας μια ενιαία οντότητα. Η αρχιτεκτονική ταυτότητα διαμορφώνεται με βάση τις παραδοσιακές πέτρινες προσόψεις, όπως αυτές ανευρίσκονται στο υπάρχον Kunsthaus και σε πολλά άλλα σημαντικά δημόσια κτήρια στη Ζυρίχη. Η επέκταση είναι επομένως ενσωματωμένη σε μια οικοδομική παράδοση που αποτελεί έκφραση μιας πεφωτισμένης κοινωνίας πολιτών. Το νέο κτήριο συνδυάζει την παράδοση και την καινοτομία μέσω λεπτών κατακόρυφων πτερυγίων κατασκευασμένων από τοπικό ασβεστόλιθο του όρους Jura με πριονισμένες επιφάνειες, τοποθετημένων σε ίσες αποστάσεις στην πρόσοψη, ενσωματώνοντας το κτήριο στο αστικό και πολιτισμικό περιβάλλον του με ένα σύγχρονο τρόπο.

Η εσωτερική οργάνωση βασίζεται στην έννοια της «κατοικίας δωματίων». Η ιδέα αυτή βρίσκει την έκφρασή της στον διαφορετικό σχεδιασμό των αιθουσών όσον αφορά το μέγεθος, τον προσανατολισμό, τα υλικά και τον φωτισμό, δίνοντας σε καθεμιά τον δικό της χαρακτήρα και δημιουργώντας μια διαφοροποιημένη ακολουθία χώρων. Όλες οι δημόσιες λειτουργίες, όπως το κυλικείο/μπαρ, η αίθουσα εκδηλώσεων, το κατάστημα του μουσείου και οι εκπαιδευτικές υπηρεσίες του μουσείου διατάσσονται γύρω από τον κεντρικό χώρο εισόδου στη στάθμη του ισογείου, ενώ οι δύο επάνω όροφοι προορίζονται αποκλειστικά για την έκθεση των έργων τέχνης. Οι ποικίλων διαστάσεων εκθεσιακοί χώροι χαρακτηρίζονται από μια ήρεμα υλικά και άφθονο φυσικό φως ημέρας -πλευρικό στον πρώτο όροφο και από φεγγίτες οροφής στον δεύτερο όροφο- τοποθετώντας την άμεση εμπειρία της τέχνης στο κέντρο της εμπειρίας του επισκέπτη.